17/5/18

Η δυσλεξία...


Η δυσλεξία είναι μία συγκεκριμένη μαθησιακή δυσκολία νευρολογικής προέλευσης, με τα άτομα που την εμφανίζουν να παρουσιάζουν συνήθως προβλήματα στην ανάγνωση, την κατανόηση και τη γραφή, γεγονός που επηρεάζει την ανάπτυξη των γνώσεων και του λεξιλογίου τους. Επίσης δυσχέρειες μπορεί να παρατηρηθούν στο συντονισμό, στο νοητικό υπολογισμό, στη συγκέντρωση και στη προσωπική οργάνωση, αν και αυτές από μόνες τους δεν αποτελούν ενδείξεις δυσλεξίας.

Ένας από τους πιο διαδεδομένους και ευρύτερα αποδεκτούς ορισμούς της δυσλεξίας διατυπώθηκε το 2010 από την IDA (International Dyslexia Association) κατά τον οποίο: 
«η δυσλεξία είναι ειδική μαθησιακή δυσκολία που έχει νευροβιολογική καταγωγή. Χαρακτηρίζεται από δυσκολίες για την ακρίβεια και/ή ευχέρεια στην αναγνώριση των λέξεων και από φτωχή ικανότητα συλλαβισμού και αποκωδικοποίησης. Αυτές οι δυσκολίες τυπικά είναι αποτέλεσμα ανεπάρκειας στο φωνολογικό επίπεδο της γλώσσας που συχνά δεν είναι αναμενόμενο σε σχέση με άλλες γνωστικές ικανότητες και την πρόβλεψη των αποτελεσματικών οδηγιών στην τάξη. Δευτερεύουσες συνέπειες μπορεί να περιλαμβάνουν προβλήματα στην αναγνωστική ικανότητα και μειωμένη αναγνωστική εμπειρία, η οποία μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη του λεξιλογίου και της γνώσης».

Η επιστημονική έρευνα σχετικά με τη δυσλεξία έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες και πολλά είναι πλέον γνωστά για τη φύση, την αιτιολογία και την πρόγνωσή της. Προκειμένου να γίνει η διάγνωσή της, διερευνώνται οι οπτικές, ακουστικές, κινητικές, μνημονικές ικανότητες καθώς και οι ικανότητες διαδοχής μέσα από ειδικά τεστ. Αξίζει να σημειωθεί πως η δυσλεξία μαζί με τη διαταραχή έλλειψης προσοχής κατηγορούνται για το 65% των ακαδημαϊκών αποτυχιών.

Μολονότι στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστήματος θα έπρεπε να παρέχεται αποτελεσματική υποστήριξη των παιδιών με δυσλεξία, πολλοί γονείς αναγκάζονται να αναζητήσουν βοήθεια εκτός αυτού. Αντίστοιχα  η έλλειψη υποστήριξης στο πλαίσιο του σχολείου επισημαίνεται και από τα δυσλεκτικά άτομα. Είναι προφανές ότι η κατάσταση αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στα παιδιά και στους γονείς τους. Μάλιστα, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι ανησυχίες των γονέων να μεταδοθούν στα παιδιά. Τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν στην επιδείνωση των δυσχερειών.

Ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η παρουσία της δυσλεξίας έχει σοβαρές επιπτώσεις, τόσο στην αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμηση των παιδιών, όσο και στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Μαθητές με δυσλεξία έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν αρνητική επίδοση στο σχολείο, να αισθάνονται απομονωμένοι, κοινωνικά αποκλεισμένοι ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που καλούνται να αντιμετωπίσουν πειράγματα και σχολικό εκφοβισμό. Ορισμένα από τα παιδιά αυτά προστατεύονται από τα πειράγματα και το αίσθημα της αναξιότητας, αποκρύπτοντας τόσο τα συναισθήματά τους, όσο και τις ακαδημαϊκές αποτυχίες τους. Άλλα, ωστόσο, επικεντρώνονται στην ακαδημαϊκή τους πρόοδο και η αυτοεκτίμησή τους φαίνεται να ενισχύεται με την καταπολέμηση της δυσλεξίας.
 Αντίστοιχα η άγνοια των γονέων και μερικών εκπαιδευτικών οδηγεί στην καταστροφική επίκριση και στην απόρριψη, μολονότι τα δυσλεκτικά άτομα έχουν ανάγκη από εμψύχωση, επιβράβευση της προσπάθειας και συμπαράσταση. Κατά συνέπεια η αρνητική εικόνα που δημιουργείται εντός και εκτός σχολείου τους αποστερεί την αυτοπεποίθηση που αξίζουν, με αποτέλεσμα συχνά να υποτιμούν τον εαυτό τους και να νοιώθουν αδικημένα.

Είναι γενικά αποδεκτό πως όσο νωρίτερα εντοπίζονται τα προβλήματα εξαιτίας της δυσλεξίας, τόσο καλύτερες είναι οι πιθανότητες τα δυσλεκτικά άτομα να καταφέρουν να επιτύχουν τους στόχους τους και να βελτιώσουν αρκετά τις ικανότητές τους. Έρευνες  αποδεικνύουν ότι ορισμένα παιδιά με δυσλεξία ανταποκρίνονται πολύ αργά ακόμη και στις πιο αποτελεσματικές διδακτικές προσεγγίσεις. Στο πλαίσιο αυτό απαιτούνται εντατικές παρεμβάσεις που «εξατομικεύουν την μάθηση» και συνήθως είναι πολύ δομημένες, συστηματικές, ενώ αφιερώνουν χρόνο στην ενίσχυση και την ενθάρρυνση.




Έλενα Σάρλη
Κοινωνική λειτουργός